Κεφάλαιο, πόροι και επενδυτική πολιτική του Συνεγγυητικού

 

4.            Κεφάλαιο, πόροι και επενδυτική πολιτική του Συνεγγυητικού

Άρθρο 71 ν. 2533/1997

1. Το κεφάλαιο του Συνεγγυητικού σχηματίζεται από τις εισφορές των Μελών.

Οι εισφορές διακρίνονται σε αρχικές, τακτικές, συμπληρωματικές και ειδικές.

Το σύνολο των εισφορών που έχει καταβάλει κάθε Μέλος αποτελούν τη μερίδα

του.

2. Η αρχική εισφορά καταβάλλεται εφάπαξ σε μετρητά, από τα συμμετέχοντα

Μέλη στο Συνεγγυητικό και ορίζεται σε:

(α) σε 150.000 ευρώ για τις ΑΕΠΕΥ, τις ΑΕΔΑΚ, και τα Πιστωτικά Ιδρύματα που

συμμετέχουν στο Συνεγγυητικό,

(β) σε 500.000 ευρώ για τις ΑΕΠΕΥ της παραγράφου 2 του άρθρου 10 του ν.

3606/2007 και τα παραπάνω Πιστωτικά Ιδρύματα εφόσον παρέχουν τις επενδυτικές

υπηρεσίες που αναφέρονται στην εν λόγω διάταξη, καθώς και τις ΕΠΕΥ που έχουν

την καταστατική τους έδρα σε τρίτο, εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, κράτος και

παρέχουν στην Ελλάδα καλυπτόμενες υπηρεσίες μέσω υποκαταστήματος,

(γ) σε 50.000 ευρώ για τις ΑΕΠΕΥ της παραγράφου 3 του άρθρου 10 του ν.

3606/2007.

3. Η τακτική εισφορά καταβάλλεται κάθε χρόνο: (α) από τις ΑΕΠΕΥ, εκτός

των ΑΕΠΕΥ της παρ. 3 του άρθρου 10 του ν. 3606/2007, τις ΑΕΔΑΚ και τα

Πιστωτικά Ιδρύματα που συμμετέχουν στο Συνεγγυητικό, (β) εφόσον συμμετέχουν στο

Συνεγγυητικό, από ΕΠΕΥ, των οποίων η έδρα βρίσκεται σε τρίτο, εκτός

Ευρωπαϊκής Ένωσης, κράτος και παρέχουν στην Ελλάδα καλυπτόμενες υπηρεσίες

μέσω υποκαταστήματος, και από ΕΠΕΥ ή εταιρίες διαχείρισης, των οποίων η έδρα

βρίσκεται σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και παρέχουν στην

Ελλάδα καλυπτόμενες υπηρεσίες μέσω υποκαταστήματος.

Το ύψος της τακτικής εισφοράς υπολογίζεται κάθε χρόνο με απόφαση του

Διοικητικού Συμβουλίου του Συνεγγυητικού, η οποία εκδίδεται εντός του μηνός

Μαρτίου. Τα κριτήρια προσδιορισμού του τρόπου υπολογισμού και επιμερισμού

της ετήσιας τακτικής εισφοράς, καθώς και, εν γένει, του ύψους αυτής

καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, η οποία

εκδίδεται κατόπιν κοινής εισήγησης της Τράπεζας της Ελλάδος και της

Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και γνώμης του Διοικητικού Συμβουλίου του

Συνεγγυητικού. Με την απόφαση αυτή μπορεί επίσης να ρυθμίζεται οποιοδήποτε

άλλο ειδικό θέμα ή τεχνική λεπτομέρεια ως προς τον προσδιορισμό και

επιμερισμό της ετήσιας τακτικής εισφοράς. Κριτήρια προσδιορισμού της ετήσιας

τακτικής εισφοράς αποτελούν, ιδίως, ο αριθμός των επενδυτών-πελατών κάθε

συμμετέχοντος στο Συνεγγυητικό Μέλους, η συνολική αξία των περιουσιακών

στοιχείων τα οποία κατέχει αυτό κατά το αμέσως προηγούμενο έτος στις

καθορισθησόμενες ημερομηνίες αναφοράς για λογαριασμό των επενδυτών-πελατών

του στο πλαίσιο παροχής καλυπτόμενων επενδυτικών υπηρεσιών.

Ως συνολική αξία περιουσιακών στοιχείων πελατών, λαμβάνεται ο μέσος όρος της

τρέχουσας αξίας των κεφαλαίων και των χρηματοπιστωτικών μέσων που κατείχε το

Μέλος κατά τις ημερομηνίες αναφοράς του προηγούμενου έτους, ασχέτως εάν οι

πελάτες παραμένουν πελάτες του Μέλους κατά το χρόνο υπολογισμού της τακτικής

εισφοράς. Εφόσον η αξία του μέσου όρου των περιουσιακών στοιχείων που

κατέχει το Μέλος για λογαριασμό ενός πελάτη υπερβαίνει τις τριάντα χιλιάδες

(30.000 ευρώ), ως αξία των περιουσιακών στοιχείων του πελάτη αυτού

λαμβάνεται το ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ. Κάθε Μέλος υποβάλλει

στο Συνεγγυητικό μέχρι το τέλος Φεβρουαρίου κάθε έτους συγκεντρωτική

κατάσταση με τα περιουσιακά στοιχεία πελατών που είχε στην κατοχή του κατά

τις ημερομηνίες αναφοράς. Η κατάσταση αυτή πιστοποιείται ως προς την

ακρίβεια της από ορκωτό ελεγκτή.

4. Εάν η τακτική εισφορά που είναι καταβεβλημένη στο Συνεγγυητικό:

(α) υπολείπεται της υπολογιζόμενης, σύμφωνα με τα παραπάνω, εκάστοτε

τακτικής εισφοράς, τα Μέλη καταβάλλουν τη διαφορά,

(β) υπερβαίνει την υπολογιζόμενη, σύμφωνα με τα παραπάνω, εκάστοτε τακτική

εισφορά, το Συνεγγυητικό επιστρέφει τη διαφορά στα Μέλη.

5. Τουλάχιστον 50% της τακτικής εισφοράς κάθε Μέλους οφείλει να καταβάλλεται

σε μετρητά εντός εύλογης προθεσμίας που καθορίζει το Διοικητικό Συμβούλιο

του Συνεγγυητικού και κατά τμήμα που δεν υπερβαίνει το 50% του συνόλου με

εγγυητική επιστολή πιστωτικού ιδρύματος που λειτουργεί νόμιμα στην Ελλάδα. Η

διαδικασία καταβολής, το περιεχόμενο της εγγυητικής επιστολής και κάθε

σχετικό θέμα και ειδική λεπτομέρεια καθορίζονται από το Συνεγγυητικό.

6. Η συμπληρωματική εισφορά καταβάλλεται από κάθε Μέλος, όταν συντρέχουν

εξαιρετικές περιπτώσεις και ιδίως για την αντιμετώπιση έκτακτων κινδύνων και

αναγκών.

Με αιτιολογημένη απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Συνεγγυητικού

αποφασίζεται η καταβολή συμπληρωματικής εισφοράς από όλα τα Μέλη προκειμένου

να καλυφθούν υποχρεώσεις καταβολής αποζημίωσης σε επενδυτές, οι οποίες έχουν

γεννηθεί ή πιθανολογείται βάσιμα ότι θα γεννηθούν, σε ύψος που θα

καθορίζεται αιτιολογημένα στην εισήγηση αυτή και που σε κάθε περίπτωση δεν

θα υπερβαίνει το διπλάσιο των εισφορών των Μελών, σύμφωνα με τις διατάξεις

του παρόντος άρθρου. Η απόφαση κοινοποιείται αμέσως στην Επιτροπή

Κεφαλαιαγοράς. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δύναται να μην εγκρίνει την επιβολή

της συμπληρωματικής εισφοράς ή να θέσει προϋποθέσεις για την επιβολή της ή

να ζητήσει την τροποποίηση της.

Για τον υπολογισμό της συμπληρωματικής εισφοράς λαμβάνονται υπόψη τα ποσά

αποζημιώσεων που έχει ήδη αποφασισθεί να καταβληθούν από το Συνεγγυητικό,

καθώς και τα ποσά που εκτιμάται ότι πρόκειται να καταβληθούν από το

Συνεγγυητικό προς επενδυτές, εντός των επόμενων δώδεκα (12) μηνών.

Η συμπληρωματική εισφορά υπολογίζεται για το σύνολο των Μελών και

επιμερίζεται στα Μέλη κατά το ποσοστό συμμετοχής τους στο κεφάλαιο του

Συνεγγυητικού.

7. Η ειδική εισφορά καταβάλλεται από ορισμένο Μέλος, όταν συντρέχουν

σοβαροί λόγοι που δημιουργούν αμφιβολίες για την οργανωτική του επάρκεια ή

φερεγγυότητα.

Το Συνεγγυητικό επιβάλλει με αιτιολογημένη απόφαση του Διοικητικού του

Συμβουλίου σε ένα Μέλος ειδική εισφορά, εφόσον αυτό απαιτείται για τη

διασφάλιση του κεφαλαίου του Συνεγγυητικού, λαμβάνοντας υπόψη την οργανωτική

επάρκεια του Μέλους και ιδίως την επάρκεια των συστημάτων εσωτερικού

ελέγχου, την επάρκεια διαχείρισης του, την τυχόν σύνδεση του με άλλες

επιχειρήσεις από την οποία ενδέχεται να προκληθούν απαιτήσεις κατά του

Συνεγγυητικού.

Το Συνεγγυητικό πριν λάβει απόφαση για την επιβολή ειδικής εισφοράς

συνεκτιμά και την κεφαλαιακή επάρκεια του Μέλους, το δείκτη φερεγγυότητας

και τα μεγάλα χρηματοδοτικά ανοίγματα του.

8. Το Συνεγγυητικό μπορεί να αναθέτει τον υπολογισμό του κεφαλαίου, της

τακτικής ή άλλης εισφοράς κάθε Μέλους του και την παροχή σχετικών συμβουλών

σε φυσικά και νομικά πρόσωπα που διαθέτουν σχετική ειδική γνώση και πείρα,

υπό όρους ανάθεσης που θα καθορίσει κατά την κρίση του.

 

Άρθρο 72 ν. 2533/1997                           

1. Οι πόροι του Συνεγγυητικού είναι οι τακτικές και έκτακτες εισφορές

των συμμετεχόντων σε αυτό Ε.Π.Ε.Υ., δωρεές, έσοδα από ρευστοποίηση

απαιτήσεων του Συνεγγυητικού και έσοδα από τη διαχείριση της περιουσίας

του.

2. Σε περίπτωση που το κεφάλαιο του Συνεγγυητικού δεν επαρκεί για την

ικανοποίηση των υποχρεώσεών του αποζημίωσης εντολέων, το Συνεγγυητικό

δύναται να δανεισθεί τα απαιτούμενα κεφάλαια από οποιαδήποτε πηγή,

παρέχοντας περιουσιακά του στοιχεία ως εξασφάλιση. Σε κάθε περίπτωση

δανεισμού, το Συνεγγυητικό θα καλεί τις συμμετέχουσες Ε.Π.Ε.Υ. σε

συμπληρωματικές εισφορές ύψους κατ' ελάχιστον ίσου προς το ύψος της

ληφθείσας πίστωσης, ενώ κάθε συμμετέχουσα Ε.Π.Ε.Υ. θα ευθύνεται

αλληλεγγύως με κάθε άλλη συμμετέχουσα Ε.Π.Ε.Υ. και με το Συνεγγυητικό

για την ικανοποίηση των υποχρεώσεων του Συνεγγυητικού προς κάθε

δανειστή μέχρι του ποσού της συμπληρωματικής του εισφοράς. Η ευθύνη

συμμετέχουσας Ε.Π.Ε.Υ., κατά περίπτωση, προς τους δανειστές του

Συνεγγυητικού, σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, θα αίρεται ταυτόχρονα

με την καταβολή της προς το Συνεγγυητικό του συνολικού ποσού της

αντίστοιχης συμπληρωματικής εισφοράς στην οποία θα έχει κληθεί από το

Συνεγγυητικό.

 

Άρθρο 73 ν. 2533/1997

1. Η επένδυση των κεφαλαίων του Συνεγγυητικού επιτρέπεται μόνο στις

ακόλουθες κατηγορίες τοποθετήσεων και στα αντίστοιχα ποσοστά επί του

κεφαλαίου ανά κατηγορία:

(α) σε τίτλους Ελληνικού Δημοσίου σε δραχμές ή σε συνάλλαγμα ή σε

ισοδύναμους τίτλους της αλλοδαπής εναπομένουσας κατά περίπτωση

διάρκειας μέχρι δώδεκα (12) μηνών, μέχρι ποσοστού 85%,

(β) σε έντοκες προθεσμιακές καταθέσεις σε δραχμές ή σε συνάλλαγμα

ανώτατης διάρκειας δώδεκα (12) μηνών, μέχρι ποσοστού 85%,

(γ) σε έντοκους λογαριασμούς όψεως σε ελάχιστο ποσοστό επί του

συνόλου 10%,

(δ) σε χρηματιστηριακά πράγματα και μερίδια οργανισμών συλλογικών

επενδύσεων μέχρι ποσοστού, αθροιστικά μέχρι 10%,

(ε) σε αντασφάλιση των υποχρεώσεών του, και

(στ) σε κάλυψη των πάσης φύσης αναγκών του οργάνωσης και λειτουργίας.

2. Τυχόν συμπληρωματικές εισφορές προς το Συνεγγυητικό, που καλούνται

σε συνέχεια δανεισμού, διατίθενται κατά προτεραιότητα για την εξόφληση

των δανειακών υπολοίπων του Συνεγγυητικού.

3. Τυχόν έσοδα του Συνεγγυητικού από ρευστοποίηση απαιτήσεών του κατά

συμμετεχόντων μελών ή τρίτων διατίθενται κατά προτεραιότητα για την

εξόφληση τυχόν δανειακού υπολοίπου του Συνεγγυητικού και στη συνέχεια

σε οποιαδήποτε από τις τοποθετήσεις της παραγράφου 1 του παρόντος

άρθρου.

4. Το Συνεγγυητικό δεν υποχρεούται στη ρευστοποίηση επενδύσεών του σε

ακίνητη περιουσία που υφίστανται κατά τη θέση σε ισχύ του παρόντος

νόμου.

5. Το Συνεγγυητικό δικαιούται να προβαίνει σε καταβολές προς μέλη και

εντολείς σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος μέρους και προς το

Επικουρικό Κεφάλαιο Υποστήριξης Εκκαθάρισης Χρηματιστηριακών

Συναλλαγών, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του ν. 2471/1997 (ΦΕΚ 46

Α`).